Nάσος Bαγενάς, «Eισαγωγή»Άρθρα
Εκτύπωση
Κανένας ίσως έλληνας ποιητής δεν υπήρξε τόσο καλός κριτικός αναγνώστης του έργου του όσο ο Καβάφης. Η φράση «ο Καβάφης είναι ποιητής του μέλλοντος», την οποία διοχέτευε εντέχνως στο ευρύτερο κοινό μέσω του στενού περιβάλλοντος των θαυμαστών του, υπαγορευόταν―είναι φανερό― λιγότερο από ματαιοδοξία και περισσότερο από την επίγνωση ότι θα ερχόταν μια εποχή, που η ασύμβατη με τα ποιητικά δεδομένα του καιρού του ποίησή του θα επιβαλλόταν ως μεγάλη ποίηση, όχι μόνο μέσα στο περιορισμένο νεοελληνικό πλαίσιο. Ο Καβάφης γνώριζε ότι ο ποιητικός του λόγος, που με τόσο κόπο και με τόση τέχνη είχε διαπλάσει μέσα από την αναχώνευση ποικίλων στοιχείων των ποιητικών τεχνοτροπιών του δέκατου ένατου αιώνα και της αρχαίας ελληνικής εποχής, θα γινόταν, παρά την ιδιοτυπία του, όχι μόνο δεκτός στον ποιητικό κανόνα, αλλά και θα διαμόρφωνε τον κανόνα περισσότερο απ’ όσο συνήθως τον διαμορφώνει ένα έργο που έρχεται να προστεθεί σ’ αυτόν.
            Αυτά σκέφτεται κανείς όταν παρατηρεί το μέγεθος της διεθνούς απήχησης του Καβάφη σήμερα. Βιβλία για την ποίησή του τυπώνονται σε διάφορες γλώσσες· διεθνή συνέδρια διοργανώνονται σε διάφορες χώρες· μελέτες με τίτλους όπως «Ώντεν και Καβάφης», «Ουνγκαρέττι και Καβάφης», «Πλάτεν και Καβάφης» δημοσιεύονται σε διεθνή περιοδικά· τα ποιήματά του παρέχουν το θεματικό υλικό σε έργα μειζόνων ζωγράφων και μουσουργών· διδάσκονται σε τμήματα όχι μόνο Νεοελληνικών Σπουδών αλλά και Συγκριτικής Φιλολογίας των ξένων πανεπιστημίων.
            Η σημερινή απήχηση της καβαφικής ποίησης, τόσο στους Έλληνες όσο και στους ξένους αναγνώστες της, αποκτά τις διαστάσεις φαινομένου, όταν σκεφτούμε ότι ο Καβάφης, που είναι ένας χρονικά παλαιός ποιητής, δεν διαβάζεται ως ένας ποιητής που είχε ξεχαστεί και που ανακαλύπτεται εκ νέου. Ως προς τους Έλληνες, η μελέτη της αναγνωστικής του τύχης δείχνει ότι ―διαφορετικά από εκείνη του νεότερού του Σικελιανού, ο οποίος, έπειτα από μια περίοδο αναγνωστικής παραμέλησης, φαίνεται να επανεκτιμάται, και δικαίως, σήμερα, όμως ως παλαιός ποιητής― η γοητεία της ποίησης του Καβάφη, από την εποχή του θανάτου του (1933) έως σήμερα, παρουσιάζει μιαν ανοδική πορεία, και ότι ο Καβάφης διαβάζεται και σήμερα ―για την ακρίβεια, σήμερα διαβάζεται περισσότερο― με την αμεσότητα με την οποία διαβάζεται ένας σημερινός ποιητής. Το ίδιο θα λέγαμε και για την απήχησή του στους ξένους αναγνώστες, η οποία στο επίπεδο του ευρύτερου κοινού γίνεται αισθητή από τη δεκαετία του 1960 και εξής, όταν τα ποιήματα του καβαφικού κανόνος (ή τα περισσότερα από αυτά) έχουν μεταφραστεί στις μείζονες δυτικές γλώσσες (αγγλικά: 1952, 1961· γερμανικά: 1953· γαλλικά: 1958· ιταλικά: 1961· ισπανικά: 1964). Ο ποιητής που γράφει τα ποιήματά του στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα και στις αρχές του εικοστού διαβάζεται ως ποιητής ―και μάλιστα χαρακτηριστικός― του τέλους του εικοστού αιώνα.
            Ένα από τα στοιχεία που το αποδεικνύουν αυτό, από τα πλέον δηλωτικά του φαινομένου το οποίο προσπαθώ να περιγράψω, μας το παρέχει η μελέτη της παρωδίας της καβαφικής ποίησης. Η διασκεδαστική και εξαίρετα σχολιασμένη συναγωγή που εξέδωσε πέρυσι ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος με τον τίτλο Παρωδίες καβαφικών ποιημάτων αποτελείται από 170 ελληνικές (γιατί υπάρχουν και ξενόγλωσσες) παρωδίες που εμφανίστηκαν σε χρονικό διάστημα ογδόντα ετών (1917-1997). Ο αριθμός, όπως δηλώνει ο επιμελητής της έκδοσης, είναι χαρακτηριστικός, όχι εξαντλητικός. Ο Δασκαλόπουλος παρατηρεί ότι το πλήθος των παρωδιών της καβαφικής ποίησης αποτελεί «ένα πολύ ενδιαφέρον και αδιερεύνητο κεφάλαιο της καβαφικής φιλολογίας, παρόμοιο του οποίου δεν θα συναντήσουμε να υπάρχει, σε τόσην έκταση και διάρκεια, γύρω από το έργο κανενός άλλου νεοέλληνα λογοτέχνη». Και πράγματι, η διάρκεια της διάθεσης για παρώδηση του καβαφικού ποιητικού τρόπου είναι κάτι περισσότερο από αξιοσημείωτη, αν λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι η παρωδιακή διάθεση, όπως το δείχνει η μελέτη της παρωδίας, είναι περισσότερο ισχυρή την εποχή που εμφανίζονται τα παρωδούμενα έργα. Αλλά δεν είναι μόνο η διάρκεια. Είναι και το γεγονός ότι στο βιβλίο του Δασκαλόπουλου ο αριθμός των παρωδιών με το πέρασμα του χρόνου αντί να μειώνεται, όπως θα ήταν φυσικό, αυξάνεται, πράγμα που ασφαλώς συμβαίνει και με τον πραγματικό αριθμό των καβαφικών παρωδιών: ενώ για τα πρώτα πενήντα χρόνια από την εμφάνιση της πρώτης παρωδίας καβαφικού ποιήματος (1917-1966) το βιβλίο περιέχει 73 παρωδίες, από το 1970 ώς το 1997, δηλαδή για ένα διάστημα είκοσι επτά ετών, οι παρωδίες είναι 97.
            Ο Δασκαλόπουλος διευκρινίζει ότι συγκροτεί τη συναγωγή του με παρωδίες κατά τον συνήθη ορισμό της παρωδίας ως κωμικής μίμησης ενός έργου, και όχι με την ευρύτερη έννοια του όρου, που περιλαμβάνει και την υπέρβαση της κωμικής μίμησης και προσδιορίζεται ως επανάληψη με διαφορά: όχι μόνο περιπαικτική και ευτράπελη αλλά και ομόλογη και εμπλουτιστική· που περιλαμβάνει δηλαδή και έργα τα οποία χαρακτηρίζονται με τη φράση à la manière de―. Για τα ποιήματα αυτά, τα γραμμένα “με τον τρόπο του Καβάφη”, αλλά και για τα ποιήματα με θέμα τον ίδιο τον Καβάφη, ο Δασκαλόπουλος ετοιμάζει μια δεύτερη συναγωγή, η οποία πιστεύω πως θα δείξει ότι η γενικότερη απήχηση της καβαφικής ποίησης στους έλληνες ποιητές, από την εποχή του θανάτου του Καβάφη έως σήμερα, ακολουθεί και αυτή μιαν αύξουσα πορεία.
            Λέω «στους έλληνες ποιητές», γιατί η τύχη του καβαφικού έργου στο εξωτερικό είναι ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο της καβαφικής φιλολογίας, το οποίο μόλις τον τελευταίο καιρό έχει αρχίσει να ερευνάται συστηματικότερα. Δεν αναφέρομαι τόσο στην υποδοχή του Καβάφη από το ευρύτερο αναγνωστικό κοινό, κύριο τεκμήριο της οποίας είναι οι αθρόες για τα εμπορικά δεδομένα της ποίησης πωλήσεις των καβαφικών μεταφράσεων. Εννοώ κυρίως την απήχηση του Καβάφη στους ξενόγλωσσους ομοτέχνους του, η οποία είναι πολύ μεγαλύτερη απ’ ό,τι θα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Αυτό δείχνουν τα πορίσματα ενός ερευνητικού προγράμματος του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας, από τη συγκομιδή του οποίου προέρχεται το περιεχόμενο του παρόντος τόμου.
 
Ο σκοπός του ερευνητικού προγράμματος ήταν να καταγράψει την “παρουσία” του Καβάφη στο έργο ξένων ποιητών: να συγκεντρώσει ποιήματα που συνδέονται με μιαν οποιαδήποτε σχέση με τον Καβάφη ή με το έργο του. Παρότι η έρευνα περιορίστηκε σε είκοσι μία μόνο χώρες, επιβεβαίωσε αυτό που είπαμε στην αρχή: ότι ο Καβάφης διαβάζεται σήμερα, ακόμη και μέσα από μετάφραση, ως ένας σημερινός ποιητής. Επιβεβαίωσε, ακόμη, ότι ο Καβάφης έχει αποκτήσει το κύρος και την αίγλη ενός παγκόσμιου ποιητή. Έδειξε, τέλος, ότι η γοητεία της καβαφικής ποίησης έχει προκαλέσει τη δημιουργία ενός πλήθους ξένων ποιημάτων, τα οποία λόγω της σχέσης τους με το καβαφικό έργο, αλλά και της συγκινησιακής έντασης αυτής της σχέσης, αποτελούν (μαζί με τα αντίστοιχα ελληνικά) μια ιδιότυπη κατηγορία ποιημάτων, τα οποία θα μπορούσαμε να ονομάσουμε καβαφογενή. Δανείζομαι τον χαρακτηρισμό “καβαφογενές” ποίημα από τον Γ.Π. Σαββίδη, ο οποίος τον επισημοποίησε μετά την πρώτη ευκαιριακή (υπό μορφήν επιθέτου μόνο) χρήση του από τον Δημήτρη Δασκαλόπουλο (1983). Για τον Σαββίδη, που χρησιμοποιεί τη λέξη ως όρο στον τίτλο ενός σημειώματός του (1984), το οποίο συνοδεύει τη μετάφρασή του τριών ξένων ποιημάτων που συνδέονται διακειμενικώς με ποιήματα του Καβάφη, καβαφογενή είναι «τα ποιήματα που έμμεσα είτε άμεσα έχουν αφετηρία κάποιαν από τις συνθέσεις του Καβάφη». Στον παρόντα τόμο ο όρος χρησιμοποιείται με έννοια στενότερη αλλά και συγχρόνως ευρύτερη από εκείνη του Σαββίδη: επειδή κάθε έμμεση αφετηρία αυτών των ποιημάτων δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί ως αδιαμφισβήτητα καβαφική, και επειδή εκείνο το μέρος από τη συλλεγείσα ύλη της έρευνάς μας το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι έχει παραχθεί με έμμεση καβαφική αφετηρία καθιστά τη συνολική συγκομιδή τεράστια σε όγκο, χρησιμοποιώ εδώ τον όρο του Σαββίδη μόνο με την έννοια της άμεσης αφετηρίας. Συγχρόνως, όμως, δίπλα στην έννοια αυτή προσθέτω και την έννοια της σχέσης ενός ποιήματος ―της εμφανούς διακειμενικής του σχέσης, όσο μικρή και αν είναι― με κάποιο ποίημα του Καβάφη. Ακόμη, στο περιεχόμενο το όρου περιλαμβάνω και τα ποιήματα που αναφέρονται στον ίδιο τον Καβάφη, δηλαδή που θεματοποιούν τον Καβάφη ως ανθρώπινη ή ποιητική φυσιογνωμία ή που συνομιλούν μαζί του. Η χρήση μου λοιπόν του επιθέτου “καβαφογενή” αναφέρεται σ’ εκείνες τις ομάδες ποιημάτων που προσδιορίζονται επακριβώς κατά την εκ νέου χρήση του ―ως όρου πλέον― από τον Δασκαλόπουλο (1999), πλην εκείνης της ομάδας που αποτελείται από «ποιήματα τιμητικώς και ρητώς αφιερωμένα στον Καβάφη [...] με αδιάφορο [...] περιεχόμενο» ― από ποιήματα δηλαδή τα οποία εκτός από την αφιέρωση, που είναι στοιχείο εξωτερικό, δεν έχουν καμμία άλλη σχέση με τον Καβάφη. Χρησιμοποιώ βέβαια το επίθετο με αρκετή ελαστικότητα· ωστόσο είναι, πιστεύω, ο καταλληλότερος ―απ’ όσους προσπάθησα να βρω― μονολεκτικός προσδιορισμός των ποιημάτων που περιέχονται στον τόμο.
            Η έρευνα του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας, που προγραμματίστηκε σύμφωνα με τις οικονομικές και άλλες δυνατότητές του, διεξήχθη, όπως ανέφερα, σε είκοσι μία χώρες (προσθέτω: και σε δεκαπέντε γλώσσες) από, ως επί το πλείστον, ειδικούς της λογοτεχνίας κάθε χώρας ή από νεοελληνιστές της κάθε χώρας. Τα κριτήρια της επιλογής αυτών των χωρών ήταν η λογοτεχνική σημαντικότητά τους, η δυνατότητα εξεύρεσης εγχωρίων ερευνητών (που θα ήταν και οι φιλολογικοί επιμελητές του τμήματος της κάθε χώρας στον σχεδιαζόμενο τόμο), και η δυνατότητα εξεύρεσης μεταφραστών για τα ευρήματα των χωρών με περιφερειακές γλώσσες. Δεν υπήρξε ούτε μια από τις χώρες όπου έγινε η έρευνα, στην οποία να μην υπήρξαν ευρήματα. Οι χώρες είναι οι εξής: Αίγυπτος, Αλβανία, Αργεντινή, Αυστραλία, Βουλγαρία, Γαλλία, Γερμανία, Η.Π.Α., Ισημερινός, Ισπανία, Ιταλία, Καταλωνία, Κολομβία, Μεγάλη Βρετανία, Ολλανδία, Πορτογαλία, Ρουμανία, Ρωσία, Σερβία, Τσεχία, Χιλή. Φυσικά η απήχηση του Καβάφη δεν περιορίζεται στις χώρες αυτές. Κατά τη διάρκεια της έρευνας βρέθηκαν, παρεμπιπτόντως, καβαφογενή ποιήματα και από άλλες εννιά χώρες, τις εξής: Αυστρία, Ιρλανδία, Καναδάς, Νέα Ζηλανδία, Ουγγαρία, Ουρουγουάη, Πολωνία, Σουηδία, Τουρκία (έτσι ώστε οι γλώσσες των ποιημάτων του τόμου ανέρχονται τελικά σε δεκαεννιά).
            Η έρευνα που διεξήχθη, εξαιτίας διαφόρων περιορισμών ανεξάρτητων από τη βούλησή μας, δεν μπορούσε να είναι εξαντλητική. Ήταν όμως, πιστεύω, σε γενικές γραμμές ικανοποιητική, γι’ αυτό και τα αποτελέσματά της μπορούν να θεωρηθούν χαρακτηριστικά της απήχησης του Καβάφη στους ομοτέχνους του των χωρών που ερευνήθηκαν. Ο τίτλος και ο υπότιτλος του τόμου προσπαθούν να δηλώσουν το περιεχόμενό του με ακρίβεια. Ο τόμος περιέχει ποιήματα αδιαμφισβητήτως καβαφογενή, ποιήματα δηλαδή που “συνομιλούν” ρητώς με την ποίηση του Καβάφη, ή στα οποία η “συνομιλία”, όταν δεν είναι ρητή, είναι τόσο εμφανής που καθίσταται αδιαμφισβήτητη, και ποιήματα που αναφέρονται ρητώς στον Καβάφη (στη ζωή και στο έργο του).
            Ο τόμος χαρακτηρίζεται ανθολογία. Δεν περιέχει όλα τα αδιαμφισβητήτως καβαφογενή ποιήματα, που έχουν χαρακτηριστεί ως τέτοια έπειτα από τη μελέτη του συνολικού συγκεντρωμένου υλικού, αλλά μιαν ευρύτατη επιλογή από αυτά. Για την ακρίβεια η έννοια της επιλογής, εδώ, αναφέρεται περισσότερο σ’ εκείνα από τα αδιαμφισβητήτως καβαφογενή που αποφασίσαμε να μην περιλάβουμε στον τόμο, τα οποία είναι πολύ λιγότερα από εκείνα που περιλάβαμε (το 20% περίπου των αδιαμφισβητήτως καβαφογενών). Τα ποιήματα αυτά αποκλείστηκαν για διάφορους λόγους: είτε γιατί οι ποιητές τους έχουν γράψει αρκετά τέτοια ποιήματα και έπρεπε να επιλέξουμε κάποιο ή κάποια από αυτά (τις περισσότερες φορές επιλέξαμε ένα ή δύο· σε τρεις μόνο περιπτώσεις επιλέξαμε τρία)· είτε γιατί ήταν ασήμαντα· είτε γιατί, παρότι παρουσιάζουν κάποιο ενδιαφέρον, η ελληνική μετάφρασή τους δεν ήταν ικανοποιητική και ήταν δύσκολο να γίνει νέα μετάφραση. Πιστεύω ότι η τριπλή επιλογή (η αρχική επιλογή των ―με την ευρύτερη έννοια του όρου “καβαφογενές”― ποιημάτων από τον φιλολογικό επιμελητή της κάθε χώρας· η διάκριση, από τον φιλολογικό επιμελητή του τόμου, των συγκεντρωμένων καβαφογενών ποιημάτων σε όχι αδιαμφισβητήτως και σε αδιαμφισβητήτως καβαφογενή και η επιλογή των δευτέρων και ο αποκλεισμός αρκετών αδιαμφισβητήτως καβαφογενών ποιημάτων) δικαιολογεί τον χαρακτηρισμό του τόμου ως ανθολογίας. Η έμφαση βέβαια της τελικής επιλογής των ποιημάτων που περιέχονται στον τόμο δεν πέφτει στην καλλιτεχνική ποιότητα των ποιημάτων (παρότι, όπως είπαμε, το κριτήριο αυτό δεν αγνοήθηκε). Γιατί ο σκοπός του ερευνητικού προγράμματος ήταν να δείξει, στο μέτρο του δυνατού και με εύληπτο τρόπο (με την έκδοση ενός αναγνώσιμου τόμου), όχι μόνο την έκταση εκείνου του μέρους της απήχησης του Καβάφη στην ποίηση των χωρών που είχαν επιλεγεί, το οποίο θα μπορούσε να προσδιοριστεί συγκεκριμένα, αλλά και τα χαρακτηριστικά αυτής της απήχησης.
            Ο τόμος περιλαμβάνει συνολικά 153 ποιήματα 135 ποιητών. Ο αριθμός των ποιητών της κάθε χώρας ποικίλλει από 16 (Η.Π.Α.) ώς 2 (Ισημερινός, Ρουμανία). Σε δύο περιπτώσεις (Τσεχία, Ρωσία), όπου ήταν δύσκολο να γίνει επιτόπια έρευνα, όμως ήταν γνωστή ή ανιχνεύσιμη και ιδιαίτερα σημαντική η συνομιλία κάποιων μειζόνων ποιητών με τον Καβάφη (Χόλουμπ, Μπρόντσκι), καταρτίστηκε, κατ’ εξαίρεσιν, λήμμα της χώρας με έναν μόνο ποιητή. Το εύρος της ηλικιακής κλίμακας των ποιητών που περιέχονται στον τόμο είναι ενδιαφέρον. Με τον Καβάφη δεν συνδιαλέγονται μόνο οι νεότεροι ποιητές, που δεν έχουν διαμορφώσει ακόμη πλήρως την ποιητική φωνή τους (λ.χ. οι Χιλιανοί Αλεχάντρο Ζάμπρα και Χόρχε Ματτέο, οι νεότεροι του τόμου, γεννήθηκαν το 1975), ή ωριμότεροι, αλλά και ποιητές που, όταν τον πρωτοδιαβάζουν, έχουν προ πολλού ολοκληρώσει τη διαμόρφωση της καλλιτεχνικής φυσιογνωμίας τους (οι παλαιότεροι του τόμου, οι Εουτζένιο Μοντάλε και Μπέρτολτ Μπρεχτ, γεννήθηκαν το 1896 και 1898 αντιστοίχως). Ποικίλλει βέβαια και το μέγεθος των ποιητών. Οι Μοντάλε, Μπρεχτ, Μπρόντσκι, Χόλουμπ, που αναφέραμε, και οι Ώντεν, Έκελεβ, Λούτσι, Χέρμπερτ και Λάλιτς είναι ασφαλώς μείζονες. Μεγάλος είναι ο αριθμός των σημαντικών ποιητών (αναφέρω μερικούς: Ζακ Ρεντά, Αλφόνσο Γκάττο, Άλαν Ντούγκαν, Τζέημς Μέρριλ, Φαρούκ Σούσα, Ντ. Τζ. Ένραϊτ, Ρόυ Φούλλερ, Ίβαν Γκατζάνσκι, Βιρτζίλ Μαζιλέσκου, Ζόρζε ντε Σένα). Οι υπόλοιποι είναι αξιόλογοι, ενδιαφέροντες ή μέτριοι ― όμως, όπως με διαβεβαιώνουν οι επιμελητές του λήμματος της κάθε χώρας, κανείς από αυτούς που περιλήφθηκαν στον τόμο δεν είναι ασήμαντος. Τα ποιήματα δίνονται βέβαια σε μετάφραση. Κατά πόσον οι μεταφράσεις αυτές κατορθώνουν να δείξουν την αξία τον πρωτοτύπων είναι μια άλλη ιστορία. Πάντως πιστεύω ότι οι περισσότερες μεταφράσεις είναι ικανοποιητικές και ότι οι εξαίρετες δεν είναι λίγες.
            Τα ποιήματα του τόμου που θεματοποιούν τον ίδιο τον Καβάφη είναι πολλά (44 από τα 153) και περιέχουν, πλην ελαχίστων, στον τίτλο τους το όνομα του Καβάφη, όταν ο τίτλος δεν αποτελείται μόνο από το όνομα του ποιητή. Συναφή με τα ποιήματα αυτά είναι τα ποιήματα που θεματοποιούν την καβαφική Αλεξάνδρεια (8 τον αριθμό), τα περισσότερα από τα οποία τιτλοφορούνται με το όνομα της πόλης. (Φυσικά αναφορές στην Αλεξάνδρεια υπάρχουν και σε πολλά άλλα). Τα υπόλοιπα είναι ποιήματα που διασυνδέονται με συγκεκριμένα καβαφικά ποιήματα, σε μια ποικιλία σχέσεων που κλιμακώνεται από την απλή αναφορά ενός καβαφικού στίχου ώς την αναπραγμάτευση του θέματος διαφόρων καβαφικών ποιημάτων. Αρκετά από τα ποιήματα αυτά φέρουν την ένδειξη «Με τον τρόπο του Καβάφη» ή «Παραλλαγή» ενός ποιήματος του Καβάφη. Τα συγκεκριμένα καβαφικά ποιήματα που γίνονται περισσότερο θέμα συνομιλίας για τους ξένους ποιητές είναι τα «Περιμένοντας τους βαρβάρους» και «Ιθάκη». Υπάρχουν στον τόμο δεκαέξι ποιητικές αναπραγματεύσεις του θέματος του πρώτου και έντεκα του δεύτερου, ενώ αρκετά είναι τα ποιήματα που περιέχουν επ’ ευκαιρία αναφορές σ’ αυτά τα δύο ποιήματα. Τέσσερα ποιήματα αναπαράγουν, με τον δικό τους τρόπο το καθένα, το «Η πόλις», δηλαδή το θέμα της επιθυμίας διαφυγής από έναν ασφυκτικό τρόπο ζωής (είναι ενδιαφέρον ότι και τα τέσσερα είναι γραμμένα από γυναίκες). Πολλά (41 τον αριθμό) είναι τα καθαρώς ερωτικά ποιήματα του τόμου, πράγμα ευεξήγητο αν σκεφτούμε ότι η ερωτική ποίηση της ανοιχτά εκφραζόμενης ομόφυλης επιθυμίας στη νεότερη εποχή αρχίζει ουσιαστικά με τον Καβάφη. Τα περισσότερα από τα ποιήματα αυτά (27) είναι ομοερωτικά, ενώ τα υπόλοιπα εκφράζουν είτε ετερόφυλη (7) είτε απροσδιόριστης κλίσεως ερωτική διάθεση (7). Όλοι οι παραπάνω αριθμοί είναι χαρακτηριστικοί και του περιεχομένου όλων των ποιημάτων (αδιαμφισβητήτως και όχι αδιαμφισβητήτως καβαφογενών) που συνέλεξε η έρευνα του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας.
 
Απ’ όσο γνωρίζω, δεν υπάρχει άλλος ποιητής στον αιώνα μας που η ποίησή του να έχει εμπνεύσει τόσους ξένους ποιητές. Υπογραμμίζω τη λέξη ποίηση, γιατί τα ποιήματα που γράφτηκαν στο παρελθόν (σήμερα δεν γράφονται πλέον) για τον Μαγιακόφσκι και τον Λόρκα, που είναι ίσως, μαζί με τον Καβάφη, οι πλέον “πολυτραγουδισμένοι” ποιητές, είναι ποιήματα γραμμένα κυρίως με αφορμή ή με θέμα τον θάνατό τους (την αυτοκτονία του πρώτου και την εκτέλεση του δεύτερου). Ο Καβάφης εμπνέει τους ποιητές όχι για κάποιο συγκλονιστικό γεγονός του βίου του, αλλά κυρίως για την ποίησή του. Η όποια ποιητική απεικόνισή του από τους ομοτέχνους του από την ποίησή του ξεκινά και σ’ αυτήν επιστρέφει.
            Ο Καβάφης είναι μαζί με τον αργεντινό Μπόρχες και τον πορτογάλο Πεσσόα ένας από τους τρεις ποιητές της λογοτεχνικής περιφέρειας που, παρότι δεν βρίσκονται εν ζωή, έχουν σήμερα παγκόσμια απήχηση και αποτελούν σημεία αναφοράς για την καλλιτεχνική ιδιοτυπία τους. Η φήμη βέβαια του Μπόρχες απορρέει λιγότερο από τα ποιήματά του και περισσότερο από την πεζογραφία του, η οποία όμως είναι πεζογραφία ποιητικής φύσεως, πεζογραφία ιδιόμορφα ποιητική: και ο Μπόρχες, όπως ο Καβάφης, κάνει ποίηση με τα μέσα της πρόζας, μιας πρόζας που φορά ένα επιπλέον προσωπείο, εκείνο του δοκιμιοφανούς λόγου. Οι όροι για τη σύγκριση της διεθνούς απήχησης του Καβάφη με εκείνη του Μπόρχες προσφέρονται βέβαια μόνο για αναλογικές μετρήσεις. Και τούτο γιατί ο Καβάφης είναι ποιητής μιας ασθενούς γλώσσας, ασθενούς όχι μόνο με την έννοια ότι η ελληνική μιλιέται από λίγα μόνο εκατομμύρια ανθρώπων, αλλά και, όπως λέγεται ― και λέγεται σωστά ―, είναι γλώσσα ανάδελφη, ενώ ο Μπόρχες γράφει σε μιαν από τις ισχυρότερες γλώσσες του κόσμου: στη δεύτερη περισσότερο ομιλούμενη γλώσσα του δυτικού ημισφαιρίου, σε μια γλώσσα που ανήκει στη μεγάλη οικογένεια των λατινογενών γλωσσών (γι’ αυτό και τον χαρακτηρισμό του ως συγγραφέα της περιφέρειας τον χρησιμοποιώ καταχρηστικώς). Η λογοτεχνία που γράφεται στην ισπανική γλώσσα έχει πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες μετάφρασης και απήχησης απ’ ό,τι η γραφόμενη στην ελληνική, αφού η μελέτη της στα πανεπιστήμια του εξωτερικού, τα οποία αποτελούν έναν σημαντικότατο δίαυλο διάδοσης της λογοτεχνίας μιας ξένης χώρας, γίνεται πολύ περισσότερο εκτεταμένα απ’ ό,τι η μελέτη της νεοελληνικής λογοτεχνίας (αρκεί να συγκρίνουμε τον αριθμό των Τμημάτων της ισπανόφωνης λογοτεχνίας στα ξένα πανεπιστήμια με εκείνον της νεοελληνικής λογοτεχνίας), και αφού η κατά πολύ ευρύτερη διάδοση της ισπανομάθειας της επιτρέπει να έχει ευκολότερη πρόσβαση στα ξένα μέσα μαζικής επικοινωνίας.
            Περισσότερο πρόσφορη είναι η παραβολή της απήχησης του Καβάφη με εκείνη του Πεσσόα, γιατί η πορτογαλική, παρότι πολύ λιγότερο ασθενής απ’ ό,τι η ελληνική και καθόλου ανάδελφη, θα μπορούσε να θεωρηθεί μη ισχυρή γλώσσα σε σύγκριση με τις μείζονες ισχυρές. Ο Πεσσόα είναι αντικείμενο ενδιαφέροντος, πιστεύω, περισσότερο για την ποιητική τακτική του και λιγότερο για την ίδια την ποίησή του. Είναι κυρίως η χρήση πολλαπλών ποιητικών προσωπείων, των πολλών λογοτεχνικών ετερωνύμων του, όπως ονομάζονται, και ο ιδιόμορφος βίος του, που δημιούργησαν τον μύθο της ποίησης του Πεσσόα, που είναι περισσότερο μύθος του προσώπου του ποιητή Πεσσόα, ενώ ο μύθος του Καβάφη είναι διαμορφωμένος με την αντίστροφη φορά: ξεκινάει από τη μυθοποίηση της ποίησής του για να επεκταθεί και στο πρόσωπό του ως ποιητή. Και δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά. Γιατί η ποίηση του Πεσσόα είναι ποίηση σπουδαία μόνο γιατί αναπαράγει με μεγάλη δεξιοτεχνία ποιητικούς τρόπους παραδεδομένους ή κοινούς μοντερνιστικούς. Η ιδιοτυπία της βρίσκεται στη χρήση, λιγότερο ή περισσότερο, διαφορετικών τεχνοτροπιών, από τις οποίες όμως καμμία δεν ανοίγει έναν ουσιαστικά καινούργιο ποιητικό δρόμο.
            Αν λάβουμε, λοιπόν, υπόψη τους υλικούς όρους παραγωγής αυτού που ονομάζουμε απήχηση, μπορούμε να πούμε ότι η γενική απήχηση του Καβάφη, αναλογικά, δεν είναι μικρότερη από την απήχηση του Μπόρχες, ενώ η απήχησή του στους ποιητές είναι μεγαλύτερη σε απόλυτους αριθμούς: τα ποιήματα που έχουν γραφεί για το έργο και για τη μορφή του Καβάφη είναι περισσότερα από εκείνα που έχουν γραφεί για το έργο και για τη μορφή του Μπόρχες. Το γεγονός ότι ο Καβάφης ολοκλήρωσε το έργο του πενήντα χρόνια πριν από τον Μπόρχες δεν καθιστά τη σύγκριση χρονικά ευνοϊκή γι’ αυτόν, αν σκεφτεί κανείς ότι οι δύο συγγραφείς γίνονται γνωστοί εκτός των ορίων της γλώσσας τους την ίδια εποχή, τη δεκαετία του 1960 (αν η χρονική παράμετρος ευνοεί κάποιον, αυτός είναι ο Μπόρχες που ζει ώς το 1987: οι ζωντανοί συγγραφείς προκαλούν το ενδιαφέρον περισσότερο απ’ ό,τι εκείνοι που έχουν πεθάνει πριν από μισόν αιώνα). Όσο για τη σύγκριση της απήχησης του Πεσσόα (που πέθανε το 1935) με εκείνη του Καβάφη, η δεύτερη είναι ασφαλώς μεγαλύτερη. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι ο Πεσσόα αντιμετωπίζεται περισσότερο ως ένα γοητευτικό λογοτεχνικό περίεργο. Υπάρχουν πολλοί ξένοι λάτρες των ετερωνύμων του, όμως αμφιβάλλω αν κάποιος από αυτούς μπορεί να εκστασιαστεί διαβάζοντας μεταφράσεις τον ποιημάτων του.
            Μια ακόμη σύγκριση, αυτή τη φορά με έναν ποιητή του λογοτεχνικού κέντρου, δεν μου φαίνεται άτοπη: Μπορούμε να παραβάλουμε τη διεθνή απήχηση της ποίησης του Καβάφη από το 1960 έως σήμερα με την απήχηση του ποιητικού έργου του Έλιοτ κατά τη διάρκεια της ακμής της (από τα μέσα της δεκαετίας του 1920 ώς τον θάνατό του, το 1965). Δεν θέλω βέβαια να πω ότι η απήχηση του Καβάφη στην εποχή μας είναι η ίδια με εκείνη του Έλιοτ στη δική του εποχή (δεν πρέπει να ξεχνάμε σε ποια γλώσσα έγραφε ο Έλιοτ, τη σημασία του έργου του για τη διαμόρφωση του ποιητικού μοντερνισμού, και τη σημασία του ποιητικού μοντερνισμού για την ιστορία της ποίησης της νεότερης εποχής). Ωστόσο νομίζω ότι μπορούμε να πούμε ότι, όπως ο Έλιοτ είναι ο κύριος εκπρόσωπος της μοντερνιστικής ποίησης, ο Καβάφης είναι ―πιστεύω ότι το αποδεικνύει, αν δεν το επιβεβαιώνει, το περιεχόμενο του παρόντος τόμου― ο αντιπροσωπευτικότερος ποιητής της εποχής μας, που αποκαλείται μεταμοντέρνα εποχή. Δεν λέω ότι είναι ο αντιπροσωπευτικότερος ποιητής της μεταμοντέρνας ποίησης, γιατί ποίηση μεταμοντέρνα, με έννοια η οποία να τη διαφοροποιεί ουσιωδώς από τη μοντερνιστική ποίηση, δεν πιστεύω ότι υπάρχει ― δεν πιστεύω ότι μπορεί να υπάρξει: η ποίηση είναι ακριβώς το αντίθετο της έννοιας του μεταμοντέρνου. Η ποίηση της εποχής μας είναι ακόμη ποίηση μοντερνιστική ― εκτός αν την ονομάσουμε μεταμοντέρνα για να τη διακρίνουμε από εκείνη της πρώτης εποχής του μοντερνισμού.
            Ο Καβάφης είναι, αν όχι ο γνωστότερος, ο γοητευτικότερος ποιητής της εποχής μας· και είναι ταυτόχρονα αυτό που οι Αγγλοσάξωνες αποκαλούν the poet’s poet, δηλαδή ο ποιητής που θαυμάζουν περισσότερο οι ποιητές― πράγμα αξιοσημείωτο όταν σκεφτούμε ότι ποιητές των ποιητών είναι συνήθως οι “δύσκολοι” ποιητές, που δεν γοητεύουν το ευρύτερο κοινό. Η σημασία της απήχησής του σε σύγκριση με εκείνη του Έλιοτ γίνεται μεγαλύτερη, αν συνυπολογίσουμε δύο ακόμη στοιχεία που καθιστούν την ποίηση του Καβάφη φαινόμενο, απ’ όσο γνωρίζω, μοναδικό· πρώτον ότι, ενώ η εκτός των ορίων της αγγλοφωνίας γοητεία της ποίησης του Έλιοτ απορρέει ως επί το πλείστον από το πρωτότυπο, η εκτός Ελλάδος γοητεία του Καβάφη ασκείται αποκλειστικά διαμέσου της μετάφρασης, συχνά μάλιστα μέσα από μια διπλή διαμεσολάβηση, αφού πολλές μεταφράσεις του γίνονται από μιαν άλλη μετάφραση (συνήθως από την αγγλική)· δεύτερον ότι ―όπως αναφέραμε ήδη― η γοητεία αυτή πηγάζει από μια ποίηση που είναι χρονικώς παλαιά. Η ποίηση του Έλιοτ έφερνε κάτι το καινούργιο στην εποχή της. Η ποίηση του Καβάφη φέρνει κάτι το καινούργιο και σε μια μεταγενέστερη εποχή.
            Πώς συμβαίνουν όλα αυτά; Πώς κατορθώνει ο Καβάφης να περνάει σχεδόν ακέραιη την ποίησή του μέσα από τη μετάφραση, έτσι ώστε διαβάζοντας τις μεταφράσεις των ποιημάτων του να νιώθει κανείς πολύ λιγότερο απ’ ό,τι όταν διαβάζει μεταφράσεις ποιημάτων άλλων ποιητών, ή να μη νιώθει σχεδόν καθόλου, ότι αυτό που διαβάζει είναι μετάφραση; Πώς κατορθώνει η χρονικώς παλαιά ποίηση του Καβάφη να δίνει την αίσθηση ότι είναι ποίηση όχι παλαιά, την αίσθηση που δίνει η ποίηση που γράφεται σήμερα;
            Το πρώτο από τα δύο παραπάνω ερωτήματα το αντιμετώπισαν δύο περιεχόμενοι σ’ αυτόν τον τόμο ποιητές, που αναγνώριζαν την οφειλή τους στον Καβάφη, ο Ώντεν και ο Μπρόντσκι. Ο Ώντεν, στην προσπάθειά του να εξηγήσει πώς είναι δυνατόν να υποστεί ένας ποιητής επίδραση από ένα ποιητικό έργο που μπορεί να το διαβάσει μόνο από μετάφραση, οδηγείται στη σκέψη ότι «υπάρχουν μερικά στοιχεία στην ποίηση» (λ.χ. οι εικόνες τοιν παρομοιώσεων ή των μεταφορών, τεχνικές συμβάσεις και λεκτικά τεχνάσματα όπως μετρικά σχήματα, εσωτερικές ρίμες ή παρηχήσεις), «που μπορούν να χωριστούν από την αρχική λεκτική έκφρασή τους και να μεταφραστούν, και μερικά στοιχεία που είναι αξεχώριστα». Η ποίηση του Καβάφη «δεν περιέχει κανένα από τα μεταφράσιμα στοιχεία». «Τι είναι, λοιπόν, εκείνο που υπάρχει στα ποιήματα του Καβάφη», αναρωτιέται ο Ώντεν, «το οποίο επιβιώνει στη μετάφραση και συγκινεί ποιητικά; Είναι κάτι που θα μπορούσα μόνο να το ονομάσω, πολύ ανεπαρκώς, έναν τόνο φωνής, μια προσωπική εκφορά. Έχω διαβάσει μεταφράσεις του Καβάφη που έγιναν από πολλούς διαφορετικούς μεταφραστές, όμως η κάθε μία από αυτές αναγνωριζόταν αμέσως ως ποίημα του Καβάφη, το οποίο κανένας άλλος δεν θα μπορούσε να είχε γράψει. Διαβάζοντας οποιοδήποτε ποίημα του Καβάφη, νιώθω μέσα μου: ‘Αυτό το ποίημα αποκαλύπτει ένα πρόσωπο που βλέπει τον κόσμο από μια μοναδική προοπτική’. Ότι η γλώσσα της αυτοαποκάλυψης θα μπορούσε να είναι μεταφράσιμη, μου φαίνεται πολύ παράξενο, όμως είμαι πεπεισμένος ότι είναι». Ο Ώντεν καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «η μόνη ιδιότητα την οποία όλοι, χωρίς καμμία εξαίρεση, οι άνθρωποι διαθέτουν είναι η μοναδικότητα»· ότι στον βαθμό που ένα ποίημα είναι προϊόν μιας ορισμένης πολιτισμικής κοινότητας είναι δύσκολο να μεταφραστεί στους όρους μιας άλλης πολιτισμικής κοινότητας· όμως «στον βαθμό που το ποίημα είναι η έκφραση μιας μοναδικής ανθρώπινης ύπαρξης, είναι τόσο εύκολο ή δύσκολο να το εκτιμήσει ένας άνθρωπος μιας άλλης πολιτισμικής κοινότητας, όσο εύκολο ή δύσκολο είναι να το εκτιμήσει ένας άνθρωπος της πολιτισμικής κοινότητας στην οποία ανήκει ο ποιητής».
            Διαφορετική είναι η εξήγηση του προβλήματος από τον Μπρόντσκι: «Κάθε ποιητής χάνει στη μετάφραση, και ο Καβάφης δεν αποτελεί εξαίρεση. Σ’ αυτό που αποτελεί εξαίρεση είναι ότι επίσης κερδίζει. Κερδίζει όχι μόνο γιατί είναι, ώς έναν βαθμό, διδακτικός ποιητής, αλλά και γιατί από νωρίς, από το 1900-1910, άρχισε να απογυμνώνει τα ποιήματά του από όλα τα ποιητικά συνοδευτικά ― από την πλούσια εικονογραφία, τη μετρική συζήτηση και τις ομοιοκαταληξίες».
            Ο Μπρόντσκι θέλει να πει ότι το κέρδος του Καβάφη στη μετάφραση δεν είναι κέρδος πραγματικό αλλά συγκριτικό· ότι ο Καβάφης χάνει λιγότερα απ’ ό,τι χάνουν οι άλλοι ποιητές, πράγμα που θα μπορούσε να θεωρηθεί μεταφραστικό κέρδος. Ωστόσο αισθάνεται κανείς ότι η εξήγηση του Μπρόντσκι είναι μερική, γιατί περιορίζει τα συστατικά του ποιητικού λόγου του Καβάφη, που θα μπορούσαν να μεταφραστούν ακέραια, στο διδακτικό στοιχείο και στην έλλειψη ποιητικών συνοδευτικών. Ο Μπρόντσκι αφήνει να εννοηθεί ότι η έντεχνη χρήση αυτής της έλλειψης αποτελεί παράγοντα ποιητικότητας· υποδηλώνει επίσης ότι τα δύο αυτά στοιχεία συνενεργούν. Όμως η συνενέργεια αυτή δεν θα μπορούσε να γίνει αισθητή ως τέτοια, αφού η έλλειψη ποιητικών συνοδευτικών δεν είναι κάτι το αταίριαστο με τον διδακτισμό αλλά κάτι το συναφές με αυτόν. Ακόμη, αν ο Καβάφης είναι διδακτικός ποιητής «ώς έναν βαθμό», και αν ο διδακτισμός αποτελεί ―όπως είναι γενικά αποδεκτό― ένα από τα λιγότερο ποιητικά στοιχεία, τότε πώς η ποίησή του κατορθώνει να δημιουργήσει και μέσα από τη μετάφραση εκείνο το ποιητικό αποτέλεσμα που τόσο βαθιά εντυπώνεται στον Μπρόντσκι (ο οποίος βέβαια δεν είναι διδακτικός ποιητής), ώστε να τον κάνει να δηλώνει ότι ο Καβάφης είναι «ένας από τους ποιητές που άσκησαν τη μεγαλύτερη επίδραση» στην ποιητική του διαμόρφωση; Ούτε, πάλι, η έλλειψη ποιητικών συνοδευτικών μπορεί να είναι ο κύριος παράγοντας αυτού του ποιητικού αποτελέσματος ― μάλλον το αντίθετο προκαλεί. Θα πρέπει να υπάρχει κάτι άλλο στην ποίηση του Καβάφη, το οποίο να ενεργεί, ή με το οποίο να συνδέεται ή να συνενεργεί η έλλειψη ποιητικών συνοδευτικών, ώστε να μπορεί να παραχθεί μια ποιητικότητα μεταφράσιμη σε μια ξένη γλώσσα.
            Πλησιέστερα στη λύση του προβλήματος βρίσκεται, πιστεύω, ο Ώντεν. Το γεγονός ότι θεωρεί μεταφράσιμη την ποιητική έκφραση ενός ποιήματος το οποίο είναι προϊόν μιας ατομικής μοναδικότητας και όχι της πολιτισμικής κοινότητας στην οποία αυτή η ατομική μοναδικότητα ανήκει, είναι ένα στοιχείο πιο συγκεκριμένο· το οποίο όμως ουσιαστικά παραμένει στο πεδίο της γενικότητας, αφού ο προσδιορισμός του Ώντεν ελάχιστα προχωρεί πέρα από την περιγραφή του στοιχείου αυτού ως στοιχείου κοινού σε όλους τους ανθρώπους. Ωστόσο οι επεξηγήσεις του Ώντεν («ένας τόνος φωνής», «μια προσωπική εκφορά», «μια μοναδική προοπτική» ― ιδίως η τρίτη) οδηγούν, πιστεύω, προς τη σωστή κατεύθυνση, γιατί γεννούν ερωτήματα του τύπου: ποιος είναι αυτός ο μοναδικός τόνος; ποια είναι αυτή η μοναδική προοπτική;
            Η προσπάθεια να δώσουμε μιαν απάντηση στα ερωτήματα αυτά μας οδηγεί αναγκαστικά στην καρδιά του προβλήματος της καβαφικής ποιητικής έκφρασης. Μια παρατήρηση του Σεφέρη αναφερόμενη στο πρόβλημα αυτό θα μπορούσε να μας βοηθήσει να καταλάβουμε γιατί ο Καβάφης χάνει στη μετάφραση λιγότερο απ’ ό,τι οποιοσδήποτε άλλος ποιητής. Γράφει ο Σεφέρης: «Ο αισθησιασμός, το αίσθημα αφής του Καβάφη, δεν μπορεί να ενσαρκωθεί στο στίχο του· στην καλή του εποχή ―και είναι παράξενο να το παρατηρεί κανείς― υπάρχει πίσω από τη γλωσσική έκφραση». Ο Σεφέρης αναφέρεται εδώ στο παράδοξο της ποίησης του Καβάφη, η οποία κατορθώνει να συγκινεί ποιητικά, να μεταδίδει ένα ποιητικό αίσθημα στον αναγνώστη, με μια μη ποιητική (μη αισθησιακή, στεγνή, πεζογραφική) γλώσσα. Ο Σεφέρης εξηγεί το παράδοξο ως αποτέλεσμα της δραματικής φύσης της ποίησης του Καβάφη: της παρουσίας στα ποιήματά του ενός πλήθους προσώπων και ανθρώπινων καταστάσεων, οι μεταξύ των οποίων σχέσεις ―ως επί το πλείστον συγκρουσιακές― παράγουν στον αναγνώστη συγκίνηση ανάλογη με εκείνη που παράγει η ποιητική γλώσσα, που είναι γλώσσα αισθησιακή. «Στον Καβάφη πολύ συχνά», γράφει, «ενώ η γλωσσική διατύπωση είναι ουδέτερη και ασυγκίνητη, η κίνηση των προσώπων και των γεγονότων είναι τόσο πυκνή, τόσο στεγανή, θα έλεγα, που θαρρείς πως τα ποιήματά του τραβούν τη συγκίνηση διά του κενού. Αυτό το κενό, που δημιουργεί η έκφραση του Καβάφη, είναι το στοιχείο της διαφοράς ανάμεσα στη φράση του και στην τρέχουσα πεζολογία».
            Αυτό το κενό όμως δεν υπάρχει στον ποιητικό λόγο των άλλων ποιητών (του Όμηρου, του Ντάντε και του Έλιοτ), τον οποίο προσδιορίζει ο Σεφέρης ως λόγο δραματικής φύσεως παρόμοιας με τη φύση του ποιητικού λόγου του Καβάφη· και τούτο γιατί η γλώσσα των ποιητών αυτών δεν είναι γλώσσα ασυγκίνητη, αλλά γλώσσα αισθησιακή, “λυρική”. Θα πρέπει, λοιπόν, ανάμεσα στο δραματικό στοιχείο του Καβάφη και σ’ εκείνο των άλλων ποιητών να υπάρχει κάποια διαφορά, η οποία να προκαλεί τη διαφορά της ποιητικής τους γλώσσας. Η διαφορά αυτή βρίσκεται, πιστεύω, στην πολύ πυκνότερη από εκείνη των άλλων ποιητών χρήση του δραματικού και του τραγικού στοιχείου στον Καβάφη, χρήση τόσο πυκνή που θα μπορούσε να ονομαστεί ειρωνική. Ο Καβάφης είναι ο μόνος ποιητής που χρησιμοποιεί την ειρωνεία ως κύριο μηχανισμό παραγωγής ποιητικότητας (ο μόνος που τη χρησιμοποιεί με τρόπο ανάλογο με τον καβαφικό, με αποτέλεσμα μια γλώσσα ανάλογα ασυγκίνητη, είναι ο “πεζογράφος” Μπόρχες). Η ιδιάζουσα δραματική και τραγική ειρωνεία του Καβάφη (η συστηματική και αριστοτεχνική απεικόνιση των αντιθέσεων ανάμεσα στα φαινόμενα και την πραγματικότητα), η οποία διαμορφώνει και την εξίσου πυκνή λεκτική ειρωνεία του, είναι εκείνο που κάνει τη γλώσσα του να μπορεί να προκαλεί ποιητική συγκίνηση, καθιστώντας περιττό τον γλωσσικό αισθησιασμό.
            Καθώς στο πεδίο της μη αισθησιακής γλωσσικά δραματικής ποίησης η ειρωνεία λειτουργεί ―όπως το δείχνει η ποίηση του Καβάφη― εσωτερικά, γιατί είναι συναίσθημα συμπυκνωμένο σε “διανοητικής” μορφής διατύπωση, υποκρυπτόμενο πίσω από την επιφάνεια των λέξεων («πίσω από τη γλωσσική έκφραση» ― το οποίο όμως στην επαφή του με τον αναγνώστη αποσυμπυκνώνεται ακαριαία)· καθώς δηλαδή το συναίσθημα στην καβαφική ποίηση δεν εκφράζεται με γλώσσα χυμώδη, λυρική, που μεταφράζεται δύσκολα, αλλά με γλώσσα “διανοητική” («ουδέτερη και ασυγκίνητη»), η οποία μπορεί να μεταφέρει το συγκινησιακό της συμπύκνωμα σε μια ξένη γλώσσα με ελάχιστες απώλειες, το έργο του Καβάφη περιέχει μιαν ιδιότητα μοναδική: επιτρέπει να μεταφερθεί η ποιητική του ποιότητα και το ποιητικό του στίγμα σε μια ξένη γλώσσα ευκολότερα και με μεγαλύτερη ακρίβεια απ’ ό,τι το επιτρέπει το έργο των άλλων ποιητών (οι μεταφραστικές του απώλειες σημειώνονται κυρίως στο επίπεδο της λεκτικής ειρωνείας, ακριβέστερα σ’ εκείνο το μέρος της που παράγεται από τη συνύπαρξη στον ίδιο στίχο ασύμβατων μεταξύ τους τύπων της καθαρεύουσας και της δημοτικής). Αυτός, πιστεύω, είναι ο λόγος που ο Καβάφης χάνει στη μετάφραση λιγότερο απ’ ό,τι οι άλλοι ποιητές· αυτός είναι, πιστεύω, και ο λόγος που η ποίηση του Καβάφη αναγνωρίζεται αμέσως ως ποίηση του Καβάφη και μέσα από τις ποικίλες μεταφράσεις της.
            Η ιδιότητα αυτή της καβαφικής ποίησης δεν μειώνει το κύρος της απήχησής της. Απεναντίας, θα έλεγα ότι το αιτιολογεί ακόμη περισσότερο, γιατί αναδεικνύει και έξω από τα όρια της ελληνικής γλώσσας την ιδιαιτερότητα της ποιητικής έκφρασης του Καβάφη· ιδιαιτερότητα που μας επιτρέπει να πούμε ότι ο Καβάφης θα μπορούσε να θεωρηθεί δημιουργός ενός νέου ποιητικού είδους: μιας ιδιότυπης δραματικής ποίησης που, επειδή το κύριο στοιχείο της είναι η ειρωνεία, θα μπορούσε ―για να διακριθεί από την “λυρικής” μορφής δραματική ποίηση― να ονομαστεί ειρωνική ποίηση.
            Μιλάω βέβαια για νέο είδος καθ’ υπερβολήν, για να υπογραμμίσω το καινοφανές της έκφρασης του Καβάφη, το οποίο δίνει την αίσθηση ότι η ποίησή του είναι συντεθειμένη με μια νέα τεχνοτροπία. Κι αυτό μας φέρνει στο χαρακτηριστικό που επισημάναμε προηγουμένως, στην απουσία παλαιότητας από την ποίηση του Καβάφη. Επειδή κάθε τεχνοτροπία είναι προϊόν μιας εποχής, τα καλλιτεχνικά έργα του παρελθόντος, ανεξάρτητα από τη ζωντάνια τους, ή μάλλον εις πείσμα της, φέρουν αναπότρεπτα πάνω τους τα σημεία του καιρού τους, που είναι σημεία μιας παλαιότητας. Η ποίηση του Καβάφη δίνει την αίσθηση ότι είναι ποίηση μιας νέας τεχνοτροπίας, γιατί είναι γραμμένη σε μια μη αναγνωρίσιμη τεχνοτροπία. Και τούτο γιατί τα στοιχεία που απορρόφησε από την περιδιάβασή του στις διάφορες τεχνοτροπίες της εποχής του (ρομαντική, παρνασσική, συμβολιστική, αισθητιστική) ο Καβάφης κατόρθωσε, «στην καλή του εποχή», στα ποιήματα που είναι τα πλέον χαρακτηριστικά της τέχνης του, να τα συγχωνεύσει σ’ ένα δικό του κράμα, το οποίο τα απομακρύνει ή τα αποκόπτει από αυτές· ένα κράμα που δεν είναι διαμορφωμένο ούτε από τις συγκεκριμένες ποιητικές επιταγές του ανερχόμενου στις αρχές του αιώνα μας μοντερνισμού ― το οποίο, όμως, επειδή δεν είναι ασύνδετο με το πνεύμα αυτής της εποχής, ανοίγει τον δρόμο ενός ιδιότυπου, ενός προσωπικού ποιητικού μοντερνισμού. Την ιδιοτυπία σ’ αυτόν τον μοντερνισμό τη δίνει η καβαφική χρήση της ειρωνείας. Και είναι κυρίως η ιδιότυπη χρήση του ειρωνικού στοιχείου ―που ως βασικό στοιχείο της ανθρώπινης κατάστασης είναι στοιχείο διαχρονικό― εκείνο που εξουδετερώνει τα γνωρίσματα της τεχνοτροπίας από το τεχνοτροπικό κράμα της καβαφικής ποίησης και ανατρέπει κάθε τάση της προς παλαίωση.
            Πιστεύω ότι η ειρωνεία είναι και ο λόγος που η ποίηση του Καβάφη παρουσιάζεται σήμερα ζωντανότερη απ’ ό,τι προηγουμένως. Καθώς η εποχή μας είναι εποχή ιδιαζόντως ειρωνική, αφού ο άκρατος σχετικισμός της κατέστησε τη διάκριση ανάμεσα στη φαινομενική και την πραγματική πραγματικότητα δύσκολη, η ποίηση του Καβάφη με την ειρωνική της γεύση, με την αποκαλυπτική της ανθρώπινης αυταπάτης ιδιότητά της, έχει γίνει πιο επίκαιρη από ποτέ. Γιατί της έχει δοθεί η ευκαιρία να αναδείξει στο έπακρο τη δύναμη του ρεαλισμού της.

Συνομιλώντας με τον Kαβάφη. Aνθολογία ξένων καβαφογενών ποιημάτων, Kέντρο Eλληνικής Γλώσσας, 2000